Showing posts with label POEMS. Show all posts
Showing posts with label POEMS. Show all posts

Thursday, May 8, 2014

For Mother

Oh Mother Mother,
Mum my mum
Your love to me is like the sun!

It's warm and happy
with a smiling face!
No other Mother
can take your place!

Mum,

I love you  because you are the best!

Mum,

You are very special to me.
I love you very much!

Mum,

Thanks for everything you do.
I love you!

Mum,

Thank you for loving me!
I love you too!





































Monday, February 10, 2014

''If'' a poem by Rudyard Kipling


''Αν''  
Αν να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρω σου όλοι
το ' χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι' αυτό το φταίξιμο σε σένα,
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον εαυτό σου,
όταν για 'σένα αμφιβάλλουν όλοι, αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα και για την αμφιβολία τους αυτή,
Αν να προσμένεις μπορείς δίχως από την προσμονή ετούτη ν' αποσταίνεις,
ή Αν και σε συκοφαντούν εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα,
ή Αν και σε μισούν το μίσος μέσα σου να μην αφήσεις να φουντώνει,
κι ωστόσο να μην δείχνεσαι πάρα πολύ καλός κι ούτε με πάρα πολλή σοφία να μιλάς,
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου,
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου,
Αν το μπορείς το Θρίαμβο και την Καταστροφή να αντικρίσεις
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς,
Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια που εσύ είχες ειπωμένη
από πανούργους νοθευμένη ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει,
ή να θεωρείς όλα αυτά οπού 'χεις της ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα,
και πάλι ν' αρχινάς να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,
Αν να στοιβάζεις μπορείς σ' ένα σωρό όλα εκείνα που 'χεις κερδισμένα.
Και όλα να τα παίξεις κορόνα γράμματα μεμιάς,
και να χάσεις, και κείθε που έχεις ξεκινήσει πάλι ν' αρχινίσεις
κι ούτε μπορείς καρδιά και νεύρα και μυώνες ν' αναγκάσεις
πάλι να σου δουλέψουνε κι ας είναι από καιρό αφανισμένα,
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι μόλο που τίποτα
δεν έχει μέσα σου απομείνει
εξόν από τη θέληση που τους μηνά: «Βαστάτε!»
Αν να μιλάς μπορείς με το λαό κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες όντας μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου,
Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί μπορούν να σε πληγώσουν,
Αν όλοι οι άνθρωποι σε λογαριάζουν, όμως πάρα πολύ κανένας,
Αν το μπορείς την ώρα που ο θυμός σου θέλει να ξεσπάσει να κρατηθείς νηφάλιος
και την γαλήνη σου την πρώτη να ξαναβρείς, δικιά σου τότε θα ' ναι η Γη
κι όλα εκείνα που κατέχει, και ό,τι αξίζει πιο πολύ-
Άντρας σωστός τότε θε να 'σαι, γιε μου!

Sunday, February 2, 2014

''Ulysses'' by Alfred Tennyson



Ulysses
Alfred  Lord Tennyson, (1809–1892)
It little profits that an idle king,
By this still hearth, among these barren crags,
Match’d with an aged wife, I mete and dole
Unequal laws unto a savage race,
That hoard, and sleep, and feed, and know not me.        
I cannot rest from travel: I will drink
Life to the lees: all times I have enjoy’d
Greatly, have suffer’d greatly, both with those
That lov’d me, and alone; on shore, and when
Thro’ scudding drifts the rainy Hyades        
Vex’d the dim sea. I am become a name;
For always roaming with a hungry heart
Much have I seen and known: cities of men
And manners, climates, councils, governments,
Myself not least, but honor’d of them all;        
And drunk delight of battle with my peers,
Far on the ringing plains of windy Troy.
I am a part of all that I have met;
Yet all experience is an arch wherethro’
Gleams that untravell’d world, whose margin fades        
For ever and for ever when I move.
How dull it is to pause, to make an end,
To rust unburnish’d, not to shine in use!
As tho’ to breathe were life. Life pil’d on life
Were all too little, and of one to me        
Little remains: but every hour is sav’d
From that eternal silence, something more,
A bringer of new things; and vile it were
For some three suns to store and hoard myself,
And this gray spirit yearning in desire        
To follow knowledge like a sinking star,
Beyond the utmost bound of human thought.
This is my son, mine own Telemachus,
To whom I leave the sceptre and the isle—
Well-lov’d of me, discerning to fulfil        
This labor, by slow prudence to make mild
A rugged people, and thro’ soft degrees
Subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
Of common duties, decent not to fail        
In offices of tenderness, and pay
Meet adoration to my household gods,
When I am gone. He works his work, I mine.
  There lies the port; the vessel puffs her sail:
There gloom the dark broad seas. My mariners,        
Souls’ that have toil’d, and wrought, and thought with me—
That ever with a frolic welcome took
The thunder and the sunshine, and oppos’d
Free hearts, free foreheads—you and I are old;
Old age hath yet his honor and his toil;        
Death closes all; but something ere the end,
Some work of noble note, may yet be done,
Not unbecoming men that strove with Gods.
The lights begin to twinkle from the rocks:
The long day wanes: the slow moon climbs: the deep        
Moans round with many voices. Come, my friends,
’T is not too late to seek a newer world.
Push off, and sitting well in order smite
The sounding furrows; for my purpose holds
To sail beyond the sunset, and the baths        
Of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down:
It may be we shall touch the Happy Isles,
And see the great Achilles, whom we knew.
Tho’ much is taken, much abides; and tho’        
We are not now that strength which in old days
Mov’d earth and heaven, that which we are, we are:
One equal temper of heroic hearts,
Made weak by time and fate, but strong in will
To strive, to seek, to find, and not to yield.        
















Listen to the poem!


                              By: Audio Productions



Άλφρεντ Τένισον

Οδυσσέας





Τι αξίζει, αν στην ατάραχη γωνιά μου
σαν οκνός βασιλιάς στέκω στο πλάγι
γριάς συντρόφισσας και σωστά μοιράζω
το δίκιο στους ανίδεους ανθρώπους,

που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται
και δε με νιώθουν! Δεν μπορώ να πάψω
να γυροφέρνω πάντα σε ταξίδια·
θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Εχάρηκα πολλά, πολλά έχω πάθει

μονάχος μου ή με όσους μ' αγαπούσαν
πότε σε ξένη γη, πότε στα μάκρη
σκοτεινού πολυκύμαντου πελάγου.
Τ' όνομά μου εδιαλάλησεν η φήμη
κι η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο

πάντα γρικάει κι ας έμαθα κι ας είδα
σε άλλες χώρες πώς ζουν, πώς κυβερνάνε.
Κι εγώ στερνός δεν είμαι, αφού με σέβας
με δέχτηκαν παντού κι έχω γνωρίσει
της μάχης το μεθύσι, πολεμώντας

με τους όμοιους μου μόνο μες στους κάμπους
τους βοερούς κι ανεμόδαρτους της Τροίας.
Κι είμαι εγώ καθετί που μου 'χει τύχει,
κι ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω τώρα μοιάζει
με αψιδωτή στοά, που ανάμεσό της

φαίνεται κόσμος άγνωστος, μα πάντα
σαν σιμώσω τα σύνορα ξεφεύγουν...
Είναι άγνωμος ο πόθος που γυρεύει
να βρει τέλος κι ανάπαψη σαν όπλο,
που δεν αστράφτει πλια κι απορριγμένο

σκουριάζει. Όχι, δε ζει όποιος αναπνέει
μονάχα. Δεν αξίζει στριμωγμένοι
οι άνθρωποι να 'ναι ο ένας κοντά στον άλλο.
Κι αν τώρα ζωή λίγη μου απομένει,
μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις

απ' την αιώνια τη σιγή ν' αρπάξεις,
πολλά πράγματα νέα θα ιδείς, θα μάθεις!...
Θα ήμουν δειλός, αν ήθελα για λίγο
καιρό, που ακόμα θα χαρώ τον ήλιο,
προσεχτικά να ζήσω μετρημένα,

αφού ο πόθος φλογίζει την ψυχή μου
ν' ακλουθήσω τη γνώση σαν αστέρι
πέρα απ' τα ουράνια, εκεί που ο νους δε φτάνει.
Το θρόνο μου και το νησί χαρίζω
τώρα στο γιο μου, τον αγαπημένο

Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
με φρόνηση σιγά σιγά ημερώνει
τ' άγριο πλήθος, γλυκότροπα του δείχνει
εκείνο που ωφελεί και που συμφέρει.
Κι είναι άσπιλος, πιστός στο κοινό χρέος

και στο στήθος θερμήν αγάπη κρύβει,
τους θεούς, που πιστεύουμε, λατρεύει
κι εγώ σαν φύγω μένει αυτός. Κι οι δυο μας
κάνουμε το έργο, που ποθεί η ψυχή μας.
Στο λιμάνι εκεί κάτου το καράβι

με πανιά φουσκωμένα περιμένει...
κι η θάλασσα η πλατιά πέρα μαυρίζει...
Ω ναύτες, που με ανδρεία ψυχή μαζί μου
στις έγνοιες, στους αγώνες και στους κόπους
δειχτήκατε με χαμόγελο πάντα,

μ' ελεύθερη καρδιά και περηφάνια,
κι αν έλαμπαν τα ουράνια ή κι αν βροντούσαν
είμαστε γέροι, αλλά δεν απολείπουν
από τα γερατειά το χρέος και η δόξα.
Όλα τα κόβει ο θάνατος. Μα τώρα,

πριν φτάσει εμείς να κάμουμε μπορούμε,
έργο τρανό κι αντάξιο των ανθρώπων,
που ακόμη και στους θεούς αντισταθήκαν.
Στους βράχους φέγγουν λύχνοι από τα σπίτια,
η μέρα σβει και το φεγγάρι βγαίνει

κι ολόγυρα μυριόφωνο μουγκρίζει
το πέλαγος. Ελάτε, ω φίλοι, τώρα
δεν είναι αργά για κείνους που ζητούνε
νέους κόσμους. Σπρώχτε, σύντροφοι, το πλοίο
στ' ανοιχτά και καθίστε στην αράδα

σαν άξιοι λαμνοκόποι. Εμπρός τραβάτε
σχίζοντας ρυθμικά το βοερό κύμα,
αφού η καρδιά μου απόφασην επήρε
στη μακρινή χώρα να πάω ν' αράξω,
πέρα απ' τη δύση, που βυθίζουν τ' άστρα.

Κι αν δε μας πνίξει η τρικυμία, θα πάμε
στα μακάρια νησιά, τον Αχιλλέα
τον μεγαλόψυχο να ξαναϊδούμε!
Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
πολλά μένουν ακόμα, για να γίνουν,

κι αν δυνατοί δεν είμαστε σαν πρώτα
στα παλιά χρόνια, που δικά μας ήταν
γη κι ουρανός, είμαστε ακόμη κάτι,
γιατί καρδιές ανδρείες δε θ' αλλάξουν
κι αν ο καιρός κι η μοίρα τις κουράσουν,

μα στο έργο σταθερή και στον αγώνα
βαθιά τους ζωντανή θέληση μένει,
που δύναμη καμιά δεν τη δαμάζει.

                                                   (Μετάφραση: Μαρινου Σιγουρου)

Tuesday, August 13, 2013

... AND YOU CALLING ME COLOURED?



A Poem From Africa against racism


When I born, I Black
When I grow up, I Black
When I go in sun, I Black
When I scared, I Black
When I cold, I Black
When I sick, I Black
When I ill, I Black
When I die, I still Black
And you white fella
When you born, you pink
When you grow, you white
When you go in sun, you red
When you scared, you yellow
When you cold, you blue
When you sick, you green
And when you die, you gray
And you calling ME Coloured?


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...